| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.894.462 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πρόληψη |
0,03 sec. |
|
|
πρόληψη prejudice, prevention, superstition وقاية prevence forebyggelse Vorbeugung prevención ennaltaehkäisy prévention prevencija prevenzione 予防 예방 preventie forebygging zapobieganie prevenção предотвращение förekommande การป้องกัน önleme sự ngăn ngừa 预防 Превенция 預防
ουσ θ πρόληψη ['prolipsi] 1 προληπτικά μέτρα prévention η ιατρική πρόληψη la prévention médicale 2 δεισιδαιμονία superstition Δεν είναι παρά προλήψεις, μη φοβάσαι. Ce n'est qu'une superstition, n'aie pas peur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|