Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.895.237 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πρόσθετος

0,01 sec.
πρόσθετος additionnel, supplémentaire إضافي, زَائِد další, dodatečný ekstra, yderligere zusätzlich additional, extra adicional, de más, extra, adicionales lisä-, ylimääräinen dodatan aggiuntivo 余分の, 追加の 여분의, 추가된 aanvullend, extra ekstra, ytterligere dodatkowy adicional, extra добавочный, дополнительный extra เป็นพิเศษ, ที่เพิ่มขึ้น ek, ilave bổ sung, thêm 额外的 допълнителни
επίθ α / θ / ουδ πρόσθετος, πρόσθετη, πρόσθετο ['prosθetos, 'prosθeti, 'prosθeto]
επιπλέον ajouté/-éesupplémentaire
πρόσθετο πρόβλημα un problème supplémentaire


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.