| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.901.927 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πρόχειρος |
0,01 sec. |
|
|
πρόχειρος handy, haphazard, makeshift, rough, sketchy
επίθ α / θ / ουδ πρόχειρος, πρόχειρη, πρόχειρο ['proçiros, 'proçiri, 'proçiro] 2 όχι προσεγμένος bâclé/-ée πρόχειρη κατασκευή une construction bâclée επίρρ πρόχειρα ['proçira] sans préparationà la va-vite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|