| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.424.675 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρώην |
0,02 sec. |
|
πρώην ex-, former, old ancien, ex سابق dřívější tidligere ehemalig antiguo entinen bivši ex 以前の 전의 voormalig foregående poprzedni anterior бывший föregående ก่อนหน้านี้ eski trước 以前的 επίθ άκλ πρώην ['proin] χαρακτηρισμός προηγούμενης ιδιότητας ex-ancien/-ienne πρώην σύζυγος l'ex-époux πρώην γραμματέας l'ancienne secrétaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|