Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.589.813 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πρώην σύζυγος

0,02 sec.
πρώην σύζυγος زوج سابق, زوجة سابقة
πρώην σύζυγος bývalá manželka, bývalý manžel
πρώην σύζυγος ekskone, eksmand
πρώην σύζυγος Exfrau, Exmann
πρώην σύζυγος ex-husband, ex-wife
πρώην σύζυγος ex esposa, ex marido
πρώην σύζυγος entinen aviomies, entinen vaimo
πρώην σύζυγος ex-femme, ex-mari
πρώην σύζυγος bivša žena, bivši muž
πρώην σύζυγος ex marito, ex moglie
πρώην σύζυγος 先夫, 先妻
πρώην σύζυγος 전남편, 전처
πρώην σύζυγος ex-man, ex-vrouw
πρώην σύζυγος ekskone, eksmann
πρώην σύζυγος była małżonka, były małżonek
πρώην σύζυγος ex-esposa, ex-marido, ex-mulher
πρώην σύζυγος бывшая жена, бывший муж
πρώην σύζυγος före detta fru, före detta man
πρώην σύζυγος อดีตภรรยา, อดีตสามี
πρώην σύζυγος eski karı, eski koca
πρώην σύζυγος chồng trước, vợ cũ
πρώην σύζυγος 前夫, 前妻


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.