| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.902.780 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πρώιμος |
0,01 sec. |
|
|
πρώιμος early, forward, precocious, premature précoce, prématuré مبتسر předčasný for tidlig vorzeitig prematuro, temprano ennenaikainen preuranjen prematuro 時期尚早の 시기상조의 vroegtijdig for tidlig przedwczesny prematuro, cedo преждевременный för tidig ยังไม่โตเต็มที่ erken non 未成熟的 מוקדם
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|