| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.391.660 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πρώτος |
0,02 sec. |
|
πρώτος първи first, prime, foremost, primary primo, primero premier prima primo 素, 最初の 소, 첫 번째의 primus primo, primeiro просто, первый أول první først erster ensimmäinen prvi eerste første pierwszy förste ที่หนึ่ง ilk đầu tiên 第一的 επίθ α / θ / ουδ πρώτος, πρώτη, πρώτο ['protos, 'proti, 'proto] 1 που προηγείται premier/-ière πρώτη φοράμέρα la première fois/le premier jour 3 ο καλύτερος premier o πρώτος μαθητήςo πρώτος στην τάξη le premier élève/le premier en classe 4 βιαστικός, πρόχειρος premier Έρριξα μία πρώτη ματιά. J'ai jeté un premier coup d'œil. οι πρώτες βοήθειες άμεση βοήθεια σε έκτακτα περιστατικά les urgencesles premiers soins Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|