| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.904.319 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πτυσσόμενος |
0,01 sec. |
|
|
πτυσσόμενος foldable, folding pliant قابل للطي skládací sammenklappelig zusammenklappbar plegable kokoonpantava na preklapanje pieghevole 折りたたみの 접는 opvouwbaar sammenfoldet składany dobrável складной hopvikbar ที่พับเก็บได้ katlanır gấp 可折叠的
επίθ α / θ / ουδ πτυσσόμενος, πτυσσόμενη, πτυσσόμενο [pti'somenos, pti'someni, pti'someno] που διπλώνει pliant, pliante πτυσσόμενη καρέκλα une chaise pliante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|