| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.257.369 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πτώση |
0,07 sec. |
|
πτώση Fall, Sturz case, fall, downswing baisse, cas, chute casus naamval, val przypadek, spadek سُقوط pád fald caída pudotus pad caduta 落下 추락 fall queda падение fall การหล่นลงมา düşüş sự rơi 落下 ουσ θ πτώση ['ptosi] 2 έλλειψη αντίστασης, κατάρρευση chuterenversement η πτώση της δικτατορίας le renversement de la dictature 3 η μείωση baisse η πτώση των τιμών la baisse des prix Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|