Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.636.691 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πυκνός

0,03 sec.
πυκνός dicht, dick, dicht gedrängt dense, thick densa dense كثيف hustý tæt espeso tiheä gust denso 密集した 밀집한 compact ugjennomtrengelig gęsty denso плотный tät หนาแน่น sık đậm đặc 稠密的
επίθ α / θ / ουδ πυκνός, πυκνή, πυκνό [pi'knos, pi'kni, pi'kno]
1 παχύς gros, grosse
πυκνά μαλλιά des cheveux épais
2 αδιαπέραστος épaisdense
πυκνή ομίχλη un brouillard épais
πυκνό δάσος une forêt dense
3 περιεκτικός dense
πυκνό κείμενο un texte dense
4 συχνός fréquent/-ente
πυκνές βροχές des pluies fréquentes
σε πυκνά διαστήματα à des courts intervalles


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.