| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.636.691 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πυκνός |
0,03 sec. |
|
πυκνός dicht, dick, dicht gedrängt dense, thick densa dense كثيف hustý tæt espeso tiheä gust denso 密集した 밀집한 compact ugjennomtrengelig gęsty denso плотный tät หนาแน่น sık đậm đặc 稠密的 επίθ α / θ / ουδ πυκνός, πυκνή, πυκνό [pi'knos, pi'kni, pi'kno] 4 συχνός fréquent/-ente πυκνές βροχές des pluies fréquentes σε πυκνά διαστήματα à des courts intervalles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|