| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.910.179 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πυκνός |
0,01 sec. |
|
|
πυκνός dicht, dick, dicht gedrängt dense, thick densa dense كثيف hustý tæt espeso tiheä gust denso 密集した 밀집한 compact ugjennomtrengelig gęsty denso плотный tät หนาแน่น sık đậm đặc 稠密的
επίθ α / θ / ουδ πυκνός, πυκνή, πυκνό [pi'knos, pi'kni, pi'kno] 4 συχνός fréquent/-ente πυκνές βροχές des pluies fréquentes σε πυκνά διαστήματα à des courts intervalles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|