| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.101.470 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πυλώνας |
0,04 sec. |
|
πυλώνας pylon, portal, electrical tower πυλώνας بُرج كهرباء πυλώνας stožár πυλώνας elmast πυλώνας Mast πυλώνας torre de alta tensión πυλώνας sähköpylväs πυλώνας pylône πυλώνας stup dalekovoda πυλώνας pilone πυλώνας 鉄塔 πυλώνας 목표탑 πυλώνας pyloon πυλώνας høyspentmast πυλώνας pylon πυλώνας poste πυλώνας опора πυλώνας kraftledningsstople πυλώνας เสาทำด้วยเหล็กสำหรับติดสายไฟฟ้า πυλώνας elektrik direği πυλώνας cột điện πυλώνας 铁塔 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|