Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.996.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πυρίμαχος

0,02 sec.
πυρίμαχος žáruvzdorný
πυρίμαχος ildfast
πυρίμαχος feuerfest
πυρίμαχος ovenproof
πυρίμαχος refractario
πυρίμαχος uuninkestävä
πυρίμαχος allant au four
πυρίμαχος vatrostalni
πυρίμαχος pirofilo
πυρίμαχος オーブン耐熱性の
πυρίμαχος 오븐에 넣어도 되는
πυρίμαχος ovenvast
πυρίμαχος ildfast
πυρίμαχος żaroodporny
πυρίμαχος refractário, refratário
πυρίμαχος жаростойкий
πυρίμαχος ugnssäker
πυρίμαχος เหมาะกับการใช้ในเตาอบ
πυρίμαχος ateşe dayanıklı
πυρίμαχος cách nhiệt
πυρίμαχος 耐热的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.