| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.616.480 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πυροσβέστης |
0,02 sec. |
|
πυροσβέστης hasič brandvæsen, brandmand Feuerwehr, Feuerwehrmann firefighter, fireman fajroestingisto bombero palomies pompier, sapeur-pompier tűzoltó slökkviliðsmaður pompiere, vigile del fuoco 消防吏員, 消防士 기관병, 소방관 brandweer, brandweerman strażak bombeiro pompier пожарный, пожарник gasilec brandman ıtfaiye, itfaiyeci пожежник 消防员, 消防队员 رَجُل المطافئ vatrogasac brannmann เจ้าหน้าที่ดับเพลิง lính cứu hỏa ουσ α πυροσβέστης [piro'zvestis] που εργάζεται στο πυροσβεστικό σώμα pompier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|