| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.570.290 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πυροσβεστικός |
0,01 sec. |
|
πυροσβεστικός επίθ α / θ / ουδ πυροσβεστικός, πυροσβεστική, πυροσβεστικό [pirozvesti'kos, pirozvesti'ci, pirozvesti'ko] σχετικός με τους πυροσβέστες ή το σβήσιμο της φωτιάς de pompiers πυροσβεστικό σώμα un corps des sapeurs-pompiers πυροσβεστική αντλία une pompe à incendie ουσ θ πυροσβεστική η υπηρεσία για το σβήσιμο φωτιάς sapeurs-pompiers Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|