Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.918.294 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πωλήτρια

0,01 sec.
πωλήτρια saleslady, saleswoman
πωλήτρια مندوبة مبيعات
πωλήτρια prodavačka
πωλήτρια ekspeditrice
πωλήτρια Verkäuferin
πωλήτρια vendedora
πωλήτρια myyjä
πωλήτρια vendeuse
πωλήτρια prodavačica
πωλήτρια venditrice
πωλήτρια 女性店員
πωλήτρια 여자 판매원
πωλήτρια verkoopster
πωλήτρια selger
πωλήτρια ekspedientka
πωλήτρια vendedora
πωλήτρια продавщица
πωλήτρια kvinnlig expedit
πωλήτρια พนักงานขายหญิง
πωλήτρια satıcı
πωλήτρια người phụ nữ bán hàng
πωλήτρια 女销售员


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.