| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.918.858 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πόδι |
0,03 sec. |
|
|
πόδι fod, ben Bein, Fuß foot, leg, paw pie, pierna jalg jalka, jalkaterä, käpälä patte, pied, jambe pede kaki piede, zampa, gamba pes pėdės poot, voet, been stopa, noga pata, pé, perna picior нога, ступня fot, ben رِجل, قدم chodidlo, noha noga, stopalo 脚, 足 다리, 발 bein, fot เท้า, ขา ayak, bacak chân 腿, 足 רגל
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|