| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.684.512 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πόλη |
0,02 sec. |
|
πόλη ciutat město, velkoměsto Ort, Stadt city, town urbo ciudad, población linn kaupunki, pikkukaupunki ville város kota staður città 都市, 町 urbs plaats, stad by miasto cidade, município oraş город stad belde, kent, şehir بلدة, مدينة by grad 도시 เขตเมือง, เมือง thành phố, thị trấn 城市, 城镇 ουσ θ πόλη ['poli] οικισμός με πάνω από 10.000 κατοίκους ville Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|