| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.083.359 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πόρος |
0,03 sec. |
|
πόρος pore, resource resurso ressource مَورِد zdroje ressource Mittel recurso resurssi resurs risorsa 資源 자원 resource ressurs zasób recurso ресурс resurs ทรัพยากร kaynak nguồn lực 资源 ουσ α πόρος ['poros] 2 αγαθά με ζωτική σημασία ressources οι φυσικοί πόροι les ressources naturelles οι κρατικοί πόροι les ressources d'État Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|