| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.927.781 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ράφι |
0,01 sec. |
|
|
ράφι shelf, rack étagère حامل, رَف polička, věšák hylde, stativ Regal, Ständer estante hylly, teline polica scaffale ・・・掛け, 棚 선반 plank, rek hylle, stativ półka bagageiro, grade para bagagens, prateleira полка hylla, ställ ชั้นวาง, ชั้นวางของ askılık, raf cái giá, giá 架子 шелф מדף
ουσ ουδ ράφι ['rafi] σανίδα κάθετα στον τοίχο για βιβλία κ.λπ. étagère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|