| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.740.739 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρήξη |
0,01 sec. |
|
ρήξη rupture, breakdown, laceration rompimento ουσ θ ρήξη ['riksi] διάσπαση conflit έρχομαι σε ρήξη με κπ entrer en conflit avec qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|