| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.451.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ραβδωτός |
0,02 sec. |
|
ραβδωτός مقلم pruhovaný stribet gestreift striped, stripy a rayas raidallinen rayé prugast a righe 縞の入った 줄이 있는 streperig stripet pasiasty às riscas, listrado полосатый randig ซึ่งมีลาย çizgili có sọc 有斑纹的 επίθ α / θ / ουδ ραβδωτός, ραβδωτή, ραβδωτό [ravðo'tos, ravðo'ti, ravðo'to] που έχει ραβδώσεις rayé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|