| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.113.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ραντεβού |
0,01 sec. |
|
ραντεβού appointment, rendezvous rendez-vous موعد, مَوْعِد schůzka rendezvous, udnævnelse Rendezvous, Verabredung cita, encuentro tapaaminen dogovor, sastanak appuntamento 予約, 会う約束 랑데부, 약속 aanstelling, rendez-vous avtale, stevnemøte randka, spotkanie compromisso, encontro marcado, nomeação встреча, назначение möte, utnämning การแต่งตั้ง, การนัดพบตามเวลาที่นัดไว้ randevu cuộc hẹn 任命, 集合地点 ουσ ουδ άκλ ραντεβού [rande'vu] προκαθορισμένη συνάντηση rendez-vous κλείνω ραντεβού fixer un rendez-vous Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|