Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.779.409 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ρεύμα

0,03 sec.
ρεύμα current, draft, draught, stream, creek courant, courant d’air, ruisseau تدفق, جدول, مسودة proud, průvan, říčka strøm, træk, vandløb Bach, Luftzug, Strömung corriente, de barril viima, virta, virtaus rječica, skica, tijek corrente, corrente d'aria, ruscello 小川, 流れ, 隙間風 개울, 외풍, 흐름 stroom, tocht bekk, strøm, trekk nurt, przeciąg, strumień corrente, corrente de ar, riacho поток, ручей, сквозняк bäck, drag, ström กระแสน้ำ, กระแสลม, ลำธาร akış, cereyan, dere dòng suối, gió lùa, luồng 气流或水流, 水流, 穿堂风
ουσ ουδ ρεύμα ['revma]
1 η ροή courant
το ρεύμα του ποταμού le courant du fleuve
2 το φύσημα courant
Kάνει ρεύμα. Ιl y a un courant.
ρεύμα αέρα un courant d'air
3 ηλεκτρικό courant
Κόπηκε το ρεύμα. Il y a une panne de courant.
4 καλλιτεχνική τάση courant
ρεύμα ζωγραφικής un courant en peinture


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.