| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.779.409 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ρεύμα |
0,03 sec. |
|
|
ρεύμα current, draft, draught, stream, creek courant, courant d’air, ruisseau تدفق, جدول, مسودة proud, průvan, říčka strøm, træk, vandløb Bach, Luftzug, Strömung corriente, de barril viima, virta, virtaus rječica, skica, tijek corrente, corrente d'aria, ruscello 小川, 流れ, 隙間風 개울, 외풍, 흐름 stroom, tocht bekk, strøm, trekk nurt, przeciąg, strumień corrente, corrente de ar, riacho поток, ручей, сквозняк bäck, drag, ström กระแสน้ำ, กระแสลม, ลำธาร akış, cereyan, dere dòng suối, gió lùa, luồng 气流或水流, 水流, 穿堂风
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|