| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.328.114 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρητός |
0,04 sec. |
|
ρητός explicit, rational επίθ α / θ / ουδ ρητός, ρητή, ρητό [ri'tos, ri'ti, ri'to] επίρρ ρητά [ri'ta] κατηγορηματικά formellementexplicitement απαγορεύω ρητά interdire formellement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|