| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.781.385 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ριζοσπαστικός |
0,01 sec. |
|
|
ριζοσπαστικός radical radical radical الراديكالية radikale radicale 自由基 radikální רדיקלי 급진적인 radikal
επίθ α / θ / ουδ ριζοσπαστικός, ριζοσπαστική, ριζοσπαστικό [rizospasti'kos, rizospasti'ci, rizospasti'ko] επαναστατικός radical/-alerévolutionnaire ριζοσπαστικές ιδέες des idées révolutionnaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|