| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.781.759 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ρισκάρω |
0,01 sec. |
|
|
ρισκάρω risk, gamble
ρ μετβ ρισκάρω [ri'skaro] 1 διακινδυνεύω risquer ρισκάρω τη ζωή μου risquer sa vie 2 τολμάω se hasarder ρισκάρω να πω κτ se hasarder à dire qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|