| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.886.266 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ροδάκινο |
0,01 sec. |
|
ροδάκινο peach durazno, melocotón خُوخ broskev fersken Pfirsich persikka pêche breskva pesca モモ 복숭아 perzik fersken brzoskwinia pêssego персик persika ลูกพีช şeftali quả đào 桃子 ουσ ουδ ροδάκινο [ro'ðacino] φρούτο, ο καρπός της ροδακινιάς pêche ουσ θ ροδακινιά [roðaci'ɲa] είδος οπωροφόρου δέντρου figuier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|