| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.242.481 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρολό |
0,03 sec. |
|
ρολό roll rouleau, petit pain لَفّة kutálení rulle Rolle pan, panecillo pyörähdys valjanje rotolo 転がり 구르기 rol rull rulon rolo сверток rulle การหมุน yuvarlanma sự lăn tròn 一卷 ουσ ουδ ρολό [ro'lo] 1 για κτ που έχει κυλινδρικό σχήμα rouleau ρολό βαψίματος un rouleau de peinture 2 φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου rouleau (de haché) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|