Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.242.481 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ρολό

0,03 sec.
ρολό roll rouleau, petit pain لَفّة kutálení rulle Rolle pan, panecillo pyörähdys valjanje rotolo 転がり 구르기 rol rull rulon rolo сверток rulle การหมุน yuvarlanma sự lăn tròn 一卷
ουσ ουδ ρολό [ro'lo]
1 για κτ που έχει κυλινδρικό σχήμα rouleau
ρολό χαρτί un papier rouleau
ρολό βαψίματος un rouleau de peinture
2 φαγητό από κιμά σε σχήμα κυλίνδρου rouleau (de haché)
Ετοίμασα ένα ρολό για μεσημεριανό. J'ai préparé un rouleau de haché pour le souper.
3 παντζούρι που τυλίγεται store
σηκώνωκατεβάζω τα ρολά lever/baisser les stores


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.