| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.788.323 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ρομαντικός |
0,01 sec. |
|
|
ρομαντικός romantique romantic رومانسي romantický romantisk romantisch romántico romanttinen romantičan romantico ロマンチックな 로맨틱한 romantisch romantisk romantyczny romântico романтический romantisk เกี่ยวกับเรื่องรักใคร่ romantik lãng mạn 浪漫的, 浪漫 浪漫 רומנטי
επίθ α / θ / ουδ ρομαντικός, ρομαντική, ρομαντικό [romandi'kos, romandi'ci, romandi'ko] 1 σχετικός με το κίνημα του ρομαντισμού romantique ρομαντικός συγγραφέας un écrivain romantique 2 που εξιδανικεύει την πραγματικότητα romantique ρομαντικές ιδέες des idées romantiques 3 που δίνει αίσθηση αθωότητας romantique ρομαντικό μέρος un endroit romantique 4 με θέμα τον έρωτα romantique ρομαντική ιστορία une histoire romantique επίρρ ρομαντικά [romandi'ka] με ρομαντική αίσθηση de façon romantique Είναι πολύ ρομαντικά εδώ. C'est très romantique ici. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|