| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.788.514 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ρομαντισμός |
0,01 sec. |
|
|
ρομαντισμός Romantik romantiek רומנטיקה
ουσ α ρομαντισμός [romandi'zmos] 1 καλλιτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα romantisme το κίνημα του ρομαντισμού le mouvement du romantisme 2 το να είναι κν ρομαντικός romantisme Ο ρομαντισμός του μ'απελπίζει. Son romantisme me désespère. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|