| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.740.631 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρυπαίνω |
0,02 sec. |
|
ρυπαίνω smirch, sully, pollute يُلَوث znečistit forurene verschmutzen contaminar saastuttaa polluer zagaditi inquinare 汚染する 오염시키다 vervuilen forurense zanieczyścić poluir загрязнять förorena ทำให้เป็นมลพิษ kirletmek làm ô nhiễm 污染 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|