| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.968.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ρύπανση |
0,01 sec. |
|
ρύπανση pollution pollution تلوث znečištění forurening Umweltverschmutzung contaminación saaste zagađenost inquinamento 汚染 오염 vervuiling forurensning zanieczyszczenie poluição загрязнение förorening การทำให้เป็นมลพิษ kirlenme sự ô nhiễm 污染 ουσ θ ρύπανση ['ripansi] μόλυνση pollution η ρύπανση του περιβάλλοντος la pollution de l'environnement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|