| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.803.190 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σέρνω |
0,01 sec. |
|
|
σέρνω drag, draw, lug يَنسحِب táhnout trække schleppen arrastrar raahata traîner vući trascinare 引っ張る (...을) 끌다 slepen trekke pociągnąć arrastar тащить dra ลาก sürüklemek kéo lê 拖
ρ μετβ σέρνω ['serno] ρ μεσοπαθ σέρνομαι ['sernome] 2 κυλιέμαι se traîner σέρνομαι στο πάτωμα se traîner par terre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|