Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.810.719 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σέρνω τα πόδια μου

0,06 sec.
σέρνω τα πόδια μου يُلَخْبط
σέρνω τα πόδια μου šourat (se)
σέρνω τα πόδια μου sjokke
σέρνω τα πόδια μου schlurfen
σέρνω τα πόδια μου shuffle
σέρνω τα πόδια μου arrastrar los pies
σέρνω τα πόδια μου laahustaa
σέρνω τα πόδια μου mélanger
σέρνω τα πόδια μου vući se
σέρνω τα πόδια μου mescolare
σέρνω τα πόδια μου 足をひきずって歩く
σέρνω τα πόδια μου 발을 끌며 걷다
σέρνω τα πόδια μου schuifelen
σέρνω τα πόδια μου slepe
σέρνω τα πόδια μου przestawić
σέρνω τα πόδια μου arrastar os pés
σέρνω τα πόδια μου шаркать
σέρνω τα πόδια μου blanda
σέρνω τα πόδια μου เดินลากเท้า
σέρνω τα πόδια μου ayaklarını sürüyerek yürümek
σέρνω τα πόδια μου lê bước
σέρνω τα πόδια μου 拖曳


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.