| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.008.929 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σίγουρος |
0,01 sec. |
|
σίγουρος sure, certain, confident certain, sûr, sûr de soi محدد, واثق jistý selvsikker, sikker selbstsicher, sicher cierto, seguro de sí mismo luottavainen, varma samopouzdan, siguran certo, sicuro di sé 確信して, 確信している 확신하는 sommige, zelfverzekerd sikker, trygg pewny certo, confiante определенный, уверенный säker, självsäker แน่นอน, ที่มั่นใจ kendine güvenen, kesin chắc chắn, tự tin 确信的, 确定的 επίθ α / θ / ουδ σίγουρος, σίγουρη, σίγουρο ['siɣuros, 'siɣuri, 'siɣuro] 4 αποφασιστικός, χωρίς δισταγμούς sûr σίγουρες κινήσεις des mouvements sûrs είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου être sûr de soi-mêmeavoir confiance en soi-même Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|