| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.447.410 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σαλιγκάρι |
0,02 sec. |
|
σαλιγκάρι hlemýžď Schnecke snail caracol etana, kuorellinen etana escargot puž csiga snigill chiocciola, lumaca 蝸牛, カタツムリ 달팽이 sraigė slak snegle caracol, caramujo улитка polž yılan, salyangoz حلزون snegl ślimak snigel หอยทาก con ốc sên 蜗牛 ουσ ουδ σαλιγκάρι [sali'ŋgari] μικρό ζώο με κέλυφος και κεραίες escargot Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|