Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.671.014 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σαπίζω

0,02 sec.
σαπίζω rot, decay, decompose يَتْعِفَن shnít rådne verfaulen pudrirse mädäntyä pourrir truliti marcire 腐る 썩다 rotten råtne zgnić apodrecer гнить ruttna เน่า çürümek thối rữa 腐烂
ρ μετβ σαπίζω [sa'pizo]
1 όταν χαλάει κτ από την υγρασία qui fait pourrir
Η πολλή υγρασία κάνει τις ρίζες να σαπίσουν. Trop d'humidité fait pourrir la racine des plantes.
2 αναστατώνω τη ζωή κάποιου pourrir la vie de qqn
Μ' έχουν σαπίσει στα φάρμακα. On me pourrit la vie avec des médicaments.
σαπίζω κπ στο ξύλο
τον χτυπάω πολύ rouer qqn de coupstabasser
Όταν μέθαγε, σάπιζε τη γυναίκα του στο ξύλο. Quand il se saoulait, il rouait sa femme de coups.
ρ αμετβ σαπίζω
γίνομαι σάπιος pourrirse putréfier
Τα φρούτα σάπισαν. Les fruits ont pourri.
η σάρκα σαπίζει la chair se putréfie


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.