| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.305.123 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σε |
0,02 sec. |
|
σε at, in, to, on, upon à, dans, en, te, vers, vous عند v på an a kod a ・・・に ...에서 op på na em у på ที่ de, da ở tại 在 αντων σε [se] (Note: + οριστικό άρθρο στην αιτ. : στο(ν), στη(ν), στο, στα, στους, στις) 3 μέσα σε κπ κατάσταση dans Έπεσα σε κατάθλιψη. J'ai sombré dans la dépression. 5 δηλώνει αιτία dans 6 δηλώνει σκοπό για να Θα τον καλέσω στα γενέθλιά μου. Je l'inviterai à mon anniversaire. στα ίσια χωρίς δισταγμό sans détours Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|