| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.827.455 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σεβαστός |
0,01 sec. |
|
|
σεβαστός respectable, respecté venerable
επίθ α / θ / ουδ σεβαστός, σεβαστή, σεβαστό [seva'stos, seva'sti, seva'sto] 1 που μπορεί να το σεβαστεί κν respectable σεβαστό αίτημα une demande respectable σεβαστή άποψη une opinion respectable 2 σημαντικός extraordinairetrès important/-ante σεβαστό ποσό une somme respectable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|