| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.252.802 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σειρά |
0,20 sec. |
|
σειρά series, set, string, turn, row, sequence, serial, succession, rank ordre, série, rangée serie, riga صف, متتالية řada række, serie Reihe, Serie fila, serie rivi, sarja red, serija ひと続き, 列 열, 일련 rij, serie rekke, serie szereg fileira, série серия, шеренга rad, serie แถว, สิ่งที่ต่อเนื่องกัน dizi, sıra chuỗi, dãy 系列, 行列 ουσ θ σειρά [si'ra] 2 ουρά file μπαίνω στη σειρά entrer dans la file 3 γραμμή σε κείμενο ligne πηδάω σειρά sauter une ligne 4 σίριαλ série τηλεοπτική σειρά série (télévisée)feuilleton 5 κατάταξη ordre κατά αλφαβητική σειρά par ordre alphabétique 6 τάξη ordre βάζω σε σειρά κπ πράγματα mettre de l'ordre dans ses affaires Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|