Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.837.056 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σεξουαλική επαφή

0,01 sec.
σεξουαλική επαφή جماع
σεξουαλική επαφή pohlavní styk
σεξουαλική επαφή samleje
σεξουαλική επαφή Geschlechtsverkehr
σεξουαλική επαφή sexual intercourse
σεξουαλική επαφή relaciones sexuales
σεξουαλική επαφή yhdyntä
σεξουαλική επαφή rapports sexuels
σεξουαλική επαφή seksualni odnos
σεξουαλική επαφή rapporto sessuale
σεξουαλική επαφή 性交
σεξουαλική επαφή 성행위
σεξουαλική επαφή geslachtsgemeenschap
σεξουαλική επαφή samleie
σεξουαλική επαφή stosunek płciowy
σεξουαλική επαφή relação sexual
σεξουαλική επαφή половое сношение
σεξουαλική επαφή samlag
σεξουαλική επαφή การมีความสัมพันธ์ทางเพศ
σεξουαλική επαφή cinsel ilişki
σεξουαλική επαφή sự giao hợp
σεξουαλική επαφή 性交


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.