| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.845.524 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σεφ |
0,01 sec. |
|
|
σεφ chef chef de cuisine, chef طاهى šéfkuchař kok Koch jefe de cocina, chef keittiömestari kuhar chef シェフ 요리사 chef-kok kjøkkensjef szef kuchni chefe de cozinha, Chef шеф-повар kock หัวหน้าพ่อครัว ahçıbaşı đầu bếp 厨师 Готвач 廚師 השף
ουσ α/θ άκλ σεφ [sef] ο επικεφαλής μάγειρας chef ( cuisinier) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|