| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.733.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σηκώνομαι |
0,02 sec. |
|
σηκώνομαι postavit (se), vstát σηκώνομαι rejse (sig), stå op σηκώνομαι aufstehen σηκώνομαι levantarse, ponerse en pie σηκώνομαι nousta seisomaan, nousta ylös σηκώνομαι se lever σηκώνομαι ustati σηκώνομαι alzarsi σηκώνομαι 起きる, 起立する σηκώνομαι 일어나다, 일어서다 σηκώνομαι opstaan σηκώνομαι stå opp σηκώνομαι levantar-se σηκώνομαι вставать σηκώνομαι sätta sig emot, stiga up σηκώνομαι ยืนขึ้น, ลุกขึ้น σηκώνομαι hakkını savunmak, kalkmak σηκώνομαι dậy, đứng lên Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|