Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.996.449 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σηκώνομαι

0,01 sec.
σηκώνομαι rise, get up, stand up
σηκώνομαι ينهض, يَنْهَض
σηκώνομαι postavit (se), vstát
σηκώνομαι rejse (sig), stå op
σηκώνομαι aufstehen
σηκώνομαι levantarse, ponerse en pie
σηκώνομαι nousta seisomaan, nousta ylös
σηκώνομαι se lever
σηκώνομαι ustati
σηκώνομαι alzarsi
σηκώνομαι 起きる, 起立する
σηκώνομαι 일어나다, 일어서다
σηκώνομαι opstaan
σηκώνομαι stå opp
σηκώνομαι stanąć, wstać
σηκώνομαι levantar-se
σηκώνομαι вставать
σηκώνομαι sätta sig emot, stiga up
σηκώνομαι ยืนขึ้น, ลุกขึ้น
σηκώνομαι hakkını savunmak, kalkmak
σηκώνομαι dậy, đứng lên
σηκώνομαι 起床, 起立


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.