| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.466.019 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σημαδιακός |
0,01 sec. |
|
σημαδιακός επίθ α / θ / ουδ σημαδιακός, σημαδιακή, σημαδιακό [simaðja'kos, simaðja'ci, simaðja'ko] που καθορίζει την εξέλιξη των πραγμάτων significatif/-iverévélateur/-trice σημαδιακά λόγια des paroles révélatrices Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|