| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.847.686 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σηματοδοτώ |
0,01 sec. |
|
|
σηματοδοτώ يُومئ signalizovat signalere signalisieren signal señalar antaa merkki signaler signalizirati segnalare 合図する 신호를 보내다 signaleren signalisere zasygnalizować sinalizar подавать сигнал signalera ให้สัญญาน işaretle anlatmak ra hiệu 发信号
ρ μετβ σηματοδοτώ [simatoðo'to] 1 βάζω σήματα signaliser σηματοδοτώ τους δρόμους signaliser les noms des rues Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|