Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.386.887 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σημείο

0,01 sec.
σημείο point, spot نقطة, وصمة jádro věci, místo pointe, sted Sinn, Stelle punto, sitio asian ydin, paikka lieu, pointe mjesto, poanta luogo, punto 地点, 要点 요점, 자리 plek, punt poeng, sted miejsce, punkt lugar, ponto, ponto de vista место, точка plats, punkt ความคิดเห็น, สถานที่ nokta, yer điểm, nơi 地点,
ουσ ουδ σημείο [si'mio]
1 θέση, μέρος point; endroit
σημείο συνάντησης un point de rencontre
σημείο του σώματος un endroit du corps
2 στιγμή passe; période
Διέκοψες στο ωραιότερο σημείο. Tu nous as interrompus au meilleur moment.
3 βαθμός point
φτάνω στο σημείο να arriver au point de
4 ένδειξη signe
τα σημεία των καιρών les signes du temps
δείχνω σημεία κατάπτωσης montrer des signes d'épuisement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.