| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.309.059 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σθεναρός |
0,01 sec. |
|
σθεναρός επίθ α / θ / ουδ σθεναρός, σθεναρή, σθεναρό [sθena'ros, sθena'ri, sθena'ro] που αντέχει vigoureux/-euse σθεναρή αντίσταση une résistance vigoureuse επίρρ σθεναρά [sθena'ra] vigoureusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|