| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.856.312 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σιγά |
0,01 sec. |
|
|
σιγά doucement
επίρρ σιγά [si'ɣa] 1 χωρίς θόρυβο, χωρίς ένταση sans faire de bruitdoucement περπατάω σιγά marcher sans faire de bruit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|