Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.856.757 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σιγαστήρας

0,01 sec.
σιγαστήρας silencer, muffler, scarf silencieux, cache-nez كاتم للصوت, لفاع šála, tlumič lyddæmper, lydpotte dicker Schal, Schalldämpfer silenciador, sordina äänenvaimennin, kaulahuivi prigušivač, šal marmitta, silenziatore マフラー, 消音装置 머플러, 소음기 geluiddemper stillhet, ullskjerf szalik, tłumik cachecol, silenciador, silencioso глушитель, теплый шарф ljuddämpare เครื่องกำจัดเสียงในรถ, สิ่งห่อหุ้ม atkı, susturucu khăn choàng cổ dày, thiết bị giảm thanh 消声器, 消音器 消聲器 משתיק
ουσ α σιγαστήρας [siɣa'stiras]
εξάρτημα πιστολιού που μειώνει το θόρυβο silencieux


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.