| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.511.102 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σιγαστήρας |
0,02 sec. |
|
σιγαστήρας silencer, muffler, scarf silencieux, cache-nez كاتم للصوت, لفاع šála, tlumič lyddæmper, lydpotte dicker Schal, Schalldämpfer silenciador, sordina äänenvaimennin, kaulahuivi prigušivač, šal marmitta, silenziatore マフラー, 消音装置 머플러, 소음기 geluiddemper stillhet, ullskjerf szalik, tłumik cachecol, silenciador глушитель, теплый шарф ljuddämpare เครื่องกำจัดเสียงในรถ, สิ่งห่อหุ้ม atkı, susturucu khăn choàng cổ dày, thiết bị giảm thanh 消声器, 消音器 ουσ α σιγαστήρας [siɣa'stiras] εξάρτημα πιστολιού που μειώνει το θόρυβο silencieux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|