| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.473.667 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σιδέρωμα |
0,01 sec. |
|
σιδέρωμα كَيْ الملابس žehlení strygning Bügelwäsche ironing ropa planchada silitettävät vaatteet repassage glačanje stiratura アイロンをかけるべきもの 다림질 strijkgoed stryking prasowanie roupas para passar утюжка strykning การรีดผ้า ütü sự là ủi 熨衣服 ουσ ουδ σιδέρωμα [si'ðeroma] το να σιδερώνω repassage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|