| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.857.147 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
σιδέρωμα |
0,01 sec. |
|
|
σιδέρωμα كَيْ الملابس žehlení strygning Bügelwäsche ironing, Ironing ropa planchada silitettävät vaatteet repassage glačanje stiratura アイロンをかけるべきもの 다림질 strijkgoed stryking prasowanie roupas para passar, engomar утюжка strykning การรีดผ้า ütü sự là ủi 熨衣服 Гладене
ουσ ουδ σιδέρωμα [si'ðeroma] το να σιδερώνω repassage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|